Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009. Από τα ελληνοτουρκικά σύνορα μέχρι τη Ραιδεστό.


Χρόνος: 09:21, απόσταση: 136 χλμ., συνολική ανάβαση: 1045μ., ελάχιστο υψόμ.: 0μ., μέγιστο υψόμ.: 144μ.

Το πρώτο κομμάτι του ταξιδιού ολοκληρώθηκε άνετα και χωρίς απρόοπτα. Το δεύτερο κομμάτι θα είναι το πέρασμα της ευρωπαϊκής Τουρκίας από τα σύνορα μέχρι το Sile, την παλιά Χηλή, όπου για πρώτη φορά στη ζωή μου θα αντικρύσω τη Μαύρη Θάλασσα.



- Σε καινούργια γη - 25 Ιουνίου, ώρα 10:00. Σε μια τελευταία ματιά προς τα πίσω, η Ελλάδα έχει χαθεί στο βάθος του ορίζοντα. Ο μεγάλος δρόμος μπροστά μου με κατευθύνει προς την άγνωστη ανατολή.


Η Κεσσάνη (Kesan) είναι η πρώτη τούρκικη πόλη που συναντώ. Αφήνω τον κεντρικό δρόμο και μπαίνω στην πόλη, για να βρω τουλάχιστον ψωμί και νερό. Σε τούτα τα μέρη κρίνω ότι δεν πρέπει να εμπιστευθώ τα ελεύθερα νερά και προτιμώ να αγοράσω εμφιαλωμένο. Όχι χωρίς κάποια έκπληξη, θα διαπιστώσω ότι το ψωμί κοστίζει το μισό σε σύγκριση με χθες και το εμφιαλωμένο νερό ακόμα λιγότερο.

Δεν συναντώ ιδιαίτερη κίνηση στο δρόμο. Το περιβάλλον είναι όχι ευχάριστο αλλά ικανοποιητικό - αν εξαιρέσει κανείς τον μεγάλο δρόμο που ανεβοκατεβαίνει συνεχώς πάνω-κάτω στους λόφους στον ήλιο, με σπάνιους ίσκιους. Το απόγευμα, μέσα στο χωριό Inecik, μια μπόρα με καθηλώνει στο κιόσκι μιας στάσης λεωφορείου. Η φωνή του ιμάμη ακούγεται από το διπλανό τζαμί - όχι φυσική αλλά πάντα από ντουντούκα. Ένας ηλικιωμένος άντρας έρχεται για να δει τον ξένο. Μού κάνει εντύπωση το πόσο ευγενικά φέρεται, καθώς με καλεί σε ένα καλύτερο καταφύγιο στην παρέα του. Η μπόρα σύντομα περνά και θα συνεχίσω την πορεία μου αυτή τη μέρα σε μια λοφώδη διαδρομή, ώσπου σε μια στιγμή βλέπω προς το νότο ανάμεσα στους μακρινούς λόφους τη θάλασσα του Μαρμαρά.

- Θέα στην Προποντίδα (προ-Πόντος) - Πλησιάζοντας τη Ραιδεστό (Tekirdag), ένα συννεφιασμένο απόγευμα στις 19:00 πρωτοαντικρύζω τη θάλασσα του Μαρμαρά.


Αρκετά πριν νυχτώσει, περνώ μέσα από τη Ραιδεστό, το σημερινό Tekirdag, για μερικά ψώνια. Βγαίνοντας από την πόλη, θα ταλαιπωρηθώ σε δρόμους υπό κατασκευή, με χώμα και λάσπη και μια δύσκολη ανηφόρα που θα με καθυστερήσει. Θέλω να βγω από την πόλη πριν νυχτώσει, για να βρω ένα ήσυχο μέρος για διανυκτέρευση. Θα βρω ένα σημείο κοντά στο δρόμο, προστατευμένο από μερικούς θάμνους.

Η τυπική βραδυνή ιεροτελεστία (στήσιμο σκηνής, πλύσιμο, μαγείρεμα) διακόπτεται από το πέρασμα ενός κοπαδιού προβάτων. Τα ζώα τα έχουν δύο άντρες, ένας μεσήλικας και ένας νεότερος. Αρχίζει μια κουβέντα, που θα κρατήσει τουλάχιστον μιάμισυ ώρα. Κοινή γλώσσα συνεννόησης... καμία. Και όμως, νοήματα, χειρονομίες, εκφράσεις, λέξεις του τούρκικου λεξιλογίου που ανακαλύπτω σιγά σιγά ότι υπάρχουν και στο ελληνικό, θα επιστρατευθούν. Είναι απίστευτο, αλλά η συνεννόηση με τους δύο βοσκούς της τούρκικης υπαίθρου θα καταφέρει να βρει το δρόμο της ως εκ θαύματος!

Χτυπά το κινητό του νέου και παρατηρώ ότι ο ήχος κλήσης είναι μια μουσική εμφανώς ποντιακή. Τον ρωτώ από πού κατάγεται. Από την Τραπεζούντα. Κοιτάζει το ποδήλατο με γουρλωμένα μάτια. Νιώθει περήφανος για την καταγωγή του. Και απορεί πώς θα φτάσω εκεί πέρα με το "μπισικλέτ".

Έχω δύο μπουκάλια νερό που αρκούν μόνο για το μαγείρεμα, όχι για πλύσιμο, και ρωτώ εάν υπάρχει κοντά νερό. Ο ένας παίρνει τα δύο άδεια μπουκάλια και φεύγει, λέγοντας να μην ακολουθήσω γιατί έχουν επικίνδυνο σκύλο. Σε λίγο έρχεται με τέσσερα μπουκάλια γεμάτα με νερό πηγής, το οποίο πράγματι φαίνεται καλό. Η μέρα των δύο βοσκών σήμερα εμπλουτίστηκε από ένα ασυνήθιστο γεγονός: είδαν έναν ξένο τουρίστα στη γειτονιά τους και δεν λένε να σταματήσουν τις ερωτήσεις. Ευτυχώς που τα πρόβατα έχουν τις βραδινές τους ανάγκες, γιατί έχω και γω τις δικές μου οπωσδήποτε μετά από μια ποδηλατική μέρα σαν αυτή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου