Παρασκευή 26 Ιουνίου 2009. Από την Ραιδεστό στην Κωσταντινούπολη.

Χρόνος: 08:01, απόσταση: 126 χλμ., συνολική ανάβαση: 1196μ., ελάχιστο υψόμ.: 0μ., μέγιστο υψόμ.: 199μ.


Το πρωί οι βοσκοί και τα πρόβατα περνούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Αποχαιρετιζόμαστε και μια ακόμα μέρα αρχίζει για μένα στη σέλλα του ποδηλάτου μου.

Σύντομα θα διαπιστώσω ότι οι τούρκικες πόλεις είναι τσιμεντουπόλεις με θαυμαστικό. Τεράστιες μάζες τσιμέντου ριγμένες στη μέση του πουθενά. Όροι όπως "ρυμοτομία" ή "πολεοδομία" πιθανολογούνται ως έχοντες ιδιαίτερη ερμηνεία.

- Μια παραθεριστική πόλη που τη λένε Γένιτζε - Δεν ξέρω εάν αυτό στα τούρκικα σημαίνει 'τσιμεντούπολη'. Κτίρια κολλημένα το ένα στο άλλο, ένας δρόμος, η θάλασσα λίγο πιο κάτω. Τίποτε άλλο.

- Κάτι μου θυμίζει, κάτι μου θυμίζει - Προσοχή στη μετάφραση: η λέξη huzur μεταφράζεται ως ειρήνη. Αν θέλετε να χουζουρέψετε σε ενοικιαζόμενα καλοκαιρινά σπίτια, εδώ είστε. Καλοκαιρινές μπίζνες της αρπαχτής. Όπως στην Ελλάδα δηλαδή.

- Τα κύματα της Προποντίδας

- Έξω στο μεγάλο δρόμο - 09:00 το πρωί στην εθνική οδό Tekirdag - Istanbul και η μέρα έχει προ πολλού αρχίσει για τα δύο τσιγγανόπουλα. Το κορίτσι οδηγεί το κάρρο και σταματά πλάι σε κάθε κάδο σκουπιδιών. Το αγόρι πηδά από το κάρρο και ελέγχει στα σβέλτα το περιεχόμενο του κάδου. Αν κρίνω από το περιεχόμενο του κάρρου, η μέρα τους έχει αρχίσει μάλλον καλά.

- Η αρχαία Πέρινθος ή αλλιώς Ηράκλεια του Μαρμαρά (Marmaraereglisi).

- Από το πρωί ως το βράδυ καθημερινά οδηγώ προς την ανατολή, έχοντας από νωρίς τον ήλιο να με χτυπά κατ΄ ευθείαν από μπροστά. Τα πρώτα εγκαύματα παρουσιάζονται στο άνω μέρος των ποδιών, καθώς αυτά δεν έχουν ακόμα συνηθίσει την ηλιακή ακτινοβολία. Φυσικά το καλύτερο ταξιδιωτικό αντιηλιακό είναι η ντομάτα.

- Στην ήσυχη παραθαλάσσια πόλη της Σηλυβρίας (Silivri).

Κοντά σε ένα βενζινάδικο σταματώ για το μεσημεριανό του ταξιδιώτη. Ένας υπάλληλος που δουλεύει στο πλύσιμο των αυτοκινήτων μού φέρνει το πρώτο από τα πολλά τσάγια που πρόκειται να πιω σε αυτή τη χώρα.

- Μια ανθρώπινη κίνηση - Ψωμί, τυρί, γιαούρτι, ντομάτα, πιπεριά. Κι ένα τσάι με ζάχαρη.

- Ανθρώπινα κουτιά - Αλλεπάλληλες γεύσεις αρχιτεκτονικής 'boxstyle'. Ομοιότυπα τετράγωνα τσιμεντόκουτα, παστωμένα με ανθρώπινα όντα. Και το κάθε διαμέρισμα έχει τη δική του τηλεοπτική κεραία. Πιο επικερδές, από το να υπάρχουν κοινές.


- Άθυρα - Το σημερινό Buyukcekmece ήταν η ελληνική κοινότητα του Μαρμαρά Άθυρα.

Το Buyukcekmece είναι μια όμορφη παραθαλάσσια πόλη, χτισμένη αμφιθεατρικά σε έναν όρμο της Προποντίδας. Ωστόσο δεν θα μπορέσω να απολαύσω τη θέα για πολύ, καθώς θα μπορέσω με προσοχή να σταματήσω για λίγο μόνο στην μπαριέρα στην άκρη του δρόμου. Διότι, σταδιακά, χωρίς να το καταλαβαίνω, ανεπαίσθητα στην αρχή, εισέρχομαι σε αυτό που κοινώς αποκαλείται "Istanbul". Η πόλη αυτή δεν είναι μια συνηθισμένη πόλη, είναι ένα φαινόμενο.

Λέγοντας "Κωνσταντινούπολη", αναφερόμαστε πλέον σε μία μητρόπολη τεραστίων διαστάσεων, που δεν μπορείς να τη διασχίσεις σε μία μέρα και που ξεφεύγει, ως ορισμός, από αυτό που συνήθως αντιλαμβανόμαστε ως "πόλη".

- Στην Κωνσταντινούπολη

Καθώς οι ώρες περνούν και η μέρα προχωρά, περισσότεροι δρόμοι φέρνουν περισσότερα οχήματα στο δρόμο και η κίνηση στο δρόμο αυξάνεται ολοένα.

Άνθρωποι περιμένουν με ετοιμότητα στην άκρη του δρόμου για να τον διασχίσουν, προσπαθώντας να βρουν κάποια "τρύπα" στην κυκλοφορία. Και την κατάλληλη στιγμή, πετάγονται σαν τα ποντίκια από την άκρη του δρόμου μέχρι τη διαχωριστική νησίδα - από όπου το σλάλομ του θανάτου θα επαναληφθεί για δεύτερη φορά στην άλλη πλευρά. Το παιχνίδι αυτό μοιάζει με ρώσικη ρουλέτα. Όσο περνούν οι ώρες, ανακαλύπτω ότι βρίσκομαι σε έναν δρόμο όπου η κίνηση γίνεται όλο και πιο ξέφρενη. Είναι ήδη νωρίς το απόγευμα, όταν βιώνω μία εμπειρία που ποτέ άλλοτε στη ζωή μου δεν έχω ξαναζήσει.

Η κίνηση στο δρόμο μπορεί να αποδοθεί με έναν όρο: εξωφρενική. Οχήματα κάθε είδους - νταλίκες, φορτηγά, ΙΧ - περνούν αδιάκοπα δίπλα από τον αριστερό μου αγκώνα, με ταχύτητα 80 χλμ./ώρα τουλάχιστον. Ασταμάτητα. Βρίσκομαι μέσα σε έναν δρόμο που έχει 6 λωρίδες κυκλοφορίας, και επίσης έχει δύο παράδρομους με άλλες δύο λωρίδες από την κάθε πλευρά, οι οποίες και αυτές είναι πλήρεις με κινούμενα οχήματα.

Στην ποδηλατική μου ζωή έχω ζήσει πολλά, και όμως για πρώτη φορά στη ζωή μου, φοβάμαι πραγματικά για τη ζωή μου! Ο κίνδυνος είναι άμεσος. Την κάθε στιγμή απειλείσαι. Μια μικρή παρατιμονιά ενός οδηγού μπορεί να σε στείλει στην μπαριέρα και από εκεί στην άσφαλτο, όπου πριν προλάβουν να σε δουν οι οδηγοί θα περάσουν πάνω από το σώμα σου. Έχω την εντύπωση ότι μπορούν να με σκοτώσουν κατά λάθος, όπως ακριβώς πατάς ένα μυρμήγκι και το σκοτώνεις χωρίς να το πάρεις είδηση.

Η κόλαση δεν ξέρω πόσο κράτησε, ούτε μπορώ και ούτε θέλω να θυμηθώ. Θυμάμαι μόνο ότι για πολύ χρόνο προσπαθούσα να βρω διέξοδο προς το νότο, να βγω προς τη θάλασσα για να ξεφύγω από τον κεντρικό δρόμο, αλλά ήμουν εκεί εγκλωβισμένος. Τελικά επιτέλους βρίσκω μία διασταύρωση και βγαίνω σε έναν παράδρομο με μικρότερη κυκλοφορία.

Ρωτώ πού βρίσκομαι. Είμαι κοντά στην Πόλη, βρίσκομαι στο Κιουτσούκτσεκμετζέ. Ρωτώ απεγνωσμένα πού μπορώ να βρω ξενοδοχείο. Μου λένε ότι υπάρχει ένα κάπου. Με τα νεύρα μου να τρέμουν, από την αγωνία και τον εξωφρενικό θόρυβο, βρίσκω το ξενοδοχείο. Στέκομαι δέκα λεπτά να ηρεμήσω στο παγκάκι ενός μικρού πάρκου. Στη συνέχεια, θα ακολουθήσει μια άλλη καταπληκτική εμπειρία, αυτή που ονομάζεται "τούρκικο ξενοδοχείο".

Το πρώτο πράγμα που ρωτάς είναι πόσο κάνει. Όταν πάρεις αυτή την απάντηση, μετά προχωράς στα περαιτέρω. Το δεύτερο ζήτημα που πρέπει να διευθετηθεί είναι η ασφάλεια του ποδηλάτου: απαραιτήτως θα διανυκτερεύσει στο εσωτερικό μπαλκόνι του ξενοδοχείου, κοντά μου. Το ξενοδοχείο είναι ένα κτίριο με ισόγειο και ανώροφο, με καμιά δεκαπενταριά δωμάτια. Η πρώτη εμπειρία σου μόλις περάσεις την είσοδο (και πριν ακόμα μπεις καλά καλά μέσα) είναι η βρώμα του χαλέ.

Είμαι σίγουρος, ότι εάν έψαχνα την παγκόσμια βιβλιογραφία θα έβρισκα κάποιο εμβριθές πόνημα για το φαινόμενο του τούρκικου χαλέ. Η βρώμα διαχέεται σε όλο το κτίριο (κι ακόμα πιο πέρα εάν έχεις στοιχειωδώς ευαίσθητη μύτη). Είναι μια μυρωδιά εξόχως διαπεραστική, τρυπά τα ρουθούνια. Ίσως οι Τούρκοι να έχουν κάποιο ειδικό γονίδιο στο DNA τους, λόγω του οποίου δεν αντιλαμβάνονται τη μυρουδιά του κάτουρου, αλλά εγώ πάντως τέτοιο γονίδιο δεν έχω. Θα φάω ελαφρά απόψε, ούτως ώστε να μην χρειαστεί να πάω στην τουαλέτα... το "χοντρό" τελικά το απέφυγα, το "ψιλό" όμως όχι (με τόσο νερό που έπινα όλη τη μέρα), το χρειάστηκα μία φορά το βράδυ και μία το πρωί. Είμαι σίγουρος ότι εάν κατουρήσω απευθείας πάνω στους τοίχους αυτού του μικρού κελλιού θα τους απολυμάνω. Κλώτσησα με το πόδι την πόρτα, και αποχώρησα χωρίς να ακουμπήσω απολύτως τίποτα. Δεν υπάρχει καζανάκι, αλλά στο πάτωμα βλέπω ένα πλαστικό κιούπι κάτω από μια βρύση. Προφανώς υποτίθεται ότι γεμίζεις το κιούπι με νερό και μετά το χύνεις στον χαλέ. Αν είναι δυνατόν! Δηλαδή να πιάσω με το χέρι μου το κιούπι;!

Οι τοίχοι σε όλο το κτίριο είναι γεμάτοι λίγδα. Τους διακόπτες του φωτός στον τοίχο φοβάσαι να τους ακουμπήσεις με γυμνό χέρι. Τουλάχιστον τα σκεπάσματα του κρεβατιού φαίνονται καθαρά. Φαίνονται, είπαμε - εάν είναι, άλλη ιστορία, αλλά δεν με ενδιαφέρει, καθώς βγάζω το υπόστρωμα του ύπνου και πάνω του στρώνω τον υπνόσακκό μου κανονικότατα. Βγαίνω για μερικά ψώνια στην πολύβουη γειτονιά, μαγειρεύω, ρωτώ για την αυριανή διαδρομή, και πέφτω για ύπνο νωρίς. Αύριο θα είναι μία άλλη δύσκολη μέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου